Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

ΜΕΤΑΤΡΑΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ (PTSD) ΣΕ 10ΧΡΟΝΟ ΑΓΟΡΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΒΙΑΙΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΟΥ

Ν. Βούρα, Ν.Δαραή,  Ν. Μπενέτος, Έ. Παράσχου, Γ. Κουκουλάς, Δ. Χατζηγρηγοριάδου,
Γ. Κουτλουμπάση, Σ. Μέρμηγκα, Χ. Θωμοπούλου


Εισαγωγή: Συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας για τη μετατραυματική διαταραχή (PTSD) στα παιδιά και παρουσίαση περιστατικού.
 

Υλικό/Μέθοδος: Ανασκόπηση της βιβλιογραφίας στο διαδίκτυο (pubmed, medline), βιβλιογραφικό υλικό και παρουσίαση περιστατικού από το Ιατροπαιδαγωγικό Τμήμα του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Κατερίνης.
 

Αποτελέσματα: Η διάγνωση PTSD αναγνωρίστηκε επίσημα ως ψυχιατρική διάγνωση το 1980, στο DSM-III. Μόνο το 1987, γίνεται αναφορά στα
‘τραυματισμένα’ παιδιά. Τα παιδιά και οι έφηβοι που είναι ευάλωτοι στην εμφάνιση του PTSD παρουσιάζουν διαφορετικά ηλικιακά χαρακτηριστικά. Το
παιδί δεν χρειάζεται να είναι το πραγματικό ‘θύμα’, αλλά μπορεί να του έχει ειπωθεί ή να είναι μάρτυρας ενός τραυματικού γεγονότος. Ο J.A.Talbott εντόπισε αρκετές σημαντικές εκδηλώσεις PTSD σε παιδιά βασιζόμενος στον τρόπο κατά τον οποίο διέφεραν οι αντιδράσεις τους από αυτές των ενηλίκων.
 

Παρουσίαση περιστατικού: Παρουσιάζεται η περίπτωση ενός 10χρονου αγοριού, του οποίου η μητέρα δολοφονήθηκε βάναυσα από τον πατέρα του
και που πληρεί τα κριτήρια PTSD για τα παιδιά σχολικής ηλικίας. Το αγόρι ενημερώθηκε για το συμβάν από τους συγγενείς του. Οι πρώτες του
αντιδράσεις ήταν να κλαίει και να ζητάει να συναντήσει τον πατέρα του. Δεν πίστευε ότι ο πατέρας του ήταν υπεύθυνος για το θάνατο της μητέρας του, αλλά ότι το έκαναν κάποιοι κλέφτες. Δυο μήνες μετά το συμβάν, του άρεσε να παίζει επανειλημμένα παιχνίδια που είχαν σχέση με ‘κυνήγι’ κλεφτών και ισχυριζόταν ότι ήθελε να γίνει αστυνομικός, ώστε να μπορεί να πιάνει κλέφτες. Δεν κοιμόταν καλά επειδή έβλεπε όνειρα με τη μητέρα του. Όταν μιλούσε για το περιστατικό, στενοχωριόταν, αγχωνόταν και εκνευριζόταν, οπότε και το απέφευγε. Ερχόταν σε επικοινωνία με τον πατέρα του μόνο όταν του το επέβαλαν. Στο σχολείο δε συμμετείχε στην τάξη, είχε προβλήματα συγκέντρωσης, και δεν μελετούσε ούτε στο σπίτι. Έγινε έναρξη Γνωστικής Συμπεριφορικής Θεραπείας, με σταδιακή έκθεση – άμεση συζήτηση του τραυματικού γεγονότος, εκμάθηση τεχνικών διαχείρισης άγχους, όπως χαλάρωση και ‘διόρθωση’ ανακριβών ή στρεβλών σκέψεων του γεγονότος. Εκτέθηκε σταδιακά και διδάχτηκε χαλάρωση ώστε να μάθει να χαλαρώνει στην ανάκληση της εμπειρίας αυτής. Μέσω αυτής της διαδικασίας έμαθε να μην φοβάται τις αναμνήσεις. Έμαθε να αντιμετωπίζει καιαπόψεις όπως «ο κόσμος όλος είναι εντελώς ανασφαλής». Η ΓΣΘ συνδυάστηκε με ψυχοεκπαίδευση και εμπλοκή της οικογένειας. Η ψυχοεκπαίδευση αναφέρεται στην εκπαίδευση στην αναγνώριση  PTSD συμπτωμάτων και των επιπτώσεών τους. Πληροφορώντας τους συγγενείς και το παιδί ποια θα ήταν τα αναμενόμενα συμπτώματα που θα ακολουθούσαν, βοήθησε στην μείωση του άγχους, την αύξηση της αίσθησης της ικανότητας και παρείχε τη βάση πάνω στην οποία οι συγγενείς και το αγόρι θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν έντονα ή παρατεταμένα συμπτώματα που τυχόν χρήζουν περαιτέρω παρέμβασης.
 

Συζήτηση/Συμπέρασμα: Παιδιά του δημοτικού μπορεί να μην βιώσουν ‘οπτικές αναβιώσεις’ ή αμνησία πλευρών του τραύματος. Βιώνουν, ωστόσο,
«αλλοιωμένη αίσθηση του χρόνου» και «διαμόρφωση οιωνών», τα οποία τυπικά δεν συναντώνται σε ενήλικες. Η ‘αλλοιωμένη αίσθηση’ του χρόνου αναφέρεται στην λανθασμένη ανάκληση της μνήμης των γεγονότων που σχετίζονται με το τραύμα. Η «διαμόρφωση οιωνών» είναι η πεποίθηση ότι υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια που προέβλεπαν το τραυματικό γεγονός. Ως αποτέλεσμα, τα 10χρονα πιστεύουν ότι αν είναι σε εγρήγορση, θα μπορέσουν να αναγνωρίσουν προειδοποιητικά σημάδια και να αποφύγουν στο μέλλον τραυματικά γεγονότα. Τα παιδιά σχολικής ηλικίας εμφανίζουν επίσης μετατραυματικό παιχνίδι ή αναπαράσταση  του τραυματικού γεγονότος στο παιχνίδι, τη ζωγραφική ή στη λεκτική έκφραση. Το μετατραυματικό παιχνίδι είναι διαφορετικό από την αναπαράσταση, στο ότι το παιχνίδι αποτελεί κυριολεκτική αναπαράσταση, συμπεριλαμβάνει ‘πιεστική επανάληψη’ ορισμένων πλευρών του τραύματος και συνήθως δεν ανακουφίζει από το άγχος. Τα παιδιά συχνά δεν εμφανίζουν όλα τα συμπτώματα των ενηλίκων όπως ανημπόρια ή απόσυρση, καθώς απουσιάζουν οι λεκτικές ικανότητες για να τα εκφράσουν. Μπορεί επίσης να εμφανίσουν εναλλαγή ανάμεσα σε υπερδραστηριότητα, ανημπόρια/απόσυρση. Το 10χρονο αγόρι παρουσίασε τα εναλλακτικά PTSD κριτήρια για παιδιά (που δεν προϋποθέτουν το παιδί να αναφέρει φόβο/ανημπόρια/τρόμο σε σχέση με το συμβάν) όπως προτάθηκε από τον Scheeringa. Γενικά, το παιδί βίωσε ‘time skew’ (λανθασμένη αλληλουχία των σχετικά με το τραύμα γεγονότων σε ανάμνησή του) και ‘διαμόρφωση οιωνών’ (πίστη ότι υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια που προέβλεπαν το γεγονός), τα οποία δεν είναι τυπικά στους ενήλικες.
Παρόλο που υπάρχουν λίγες μελέτες για τη θεραπεία του PTSD στα παιδιά, η Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία αποδεικνύεται να είναι η πιο αποτελεσματική προσέγγιση, με τεχνικές διαχείρισης άγχους, εκπαίδευση και αποκατάσταση εσφαλμένων ή στρεβλών σκέψεων σχετικά με το ‘τραύμα’.


Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Επικοινωνία και διαπροσωπικές σχέσεις


Νότα Βούρα, Νικόλαος Μπενέτος, Γιώργος Κουκουλάς, Ναταλία Δαραή, Δέσποινα Χατζηγρηγοριάδου, Σμαρώ Μέρμηγκα, Γεωργία Κουτλουμπάση, Χρύσα Θωμοπούλου, Έλενα Παράσχου

Η ποιότητα της επικοινωνίας είναι καθοριστική σε κάθε μορφή σχέσης πουέχουμε είτε στην προσωπική μας ζωή, είτε στην κοινωνική, είτε στοεπαγγελματικό μας περιβάλλον. Η δημιουργία και η ανάπτυξη σχέσεων με άλλους είναι ο θεμέλιος λίθος της κοινωνίας.
Η επικοινωνία μας επιτρέπει να οργανωνόμαστε, να παίρνουμε αποφάσεις απόκοινού, να εργαζόμαστε μαζί, να υποστηρίζουμε ο ένας τον άλλο, να έχουμε κοινάενδιαφέροντα, να συμμεριζόμαστε με τους άλλους τις χαρές, τις λύπες, τις ανησυχίες μας και τέλος να μεγαλώνουμε και να φροντίζουμε τα παιδιά μας. Μέσα στην οικογένεια, μέσα στο ζευγάρι και στη δουλειά η αποτελεσματικήεπικοινωνία αφορά το πώς μιλούμε, τον τρόπο που ακούμε τους άλλους καιακόμη τη γλώσσα του σώματος.

Βασικές συνιστώσες της ανθρώπινης επικοινωνίας
Συνομιλία
Η συνομιλία με τους άλλους πρέπει να χαρακτηρίζεται από τη μετάδοση όσο το δυνατόν πιο καθαρών και κατανοητών μηνυμάτων. Όσο καλά και αν νομίζουμε ότι γνωρίζουμε τους άλλους, εντούτοις  δεν μπορούμε να διαβάζουμε την σκέψη τους. Πρέπει να μιλούμε ξεκάθαρα μαζί τους για να αποφεύγουμε τις παρεξηγήσεις που μπορεί να πληγώνουν, το θυμό και τις καταστάσεις που προκαλούν ένταση.
Είναι σημαντικό όταν μιλούμε με τους άλλους να προσέχουμε τα ακόλουθα : 
•       Πρέπει να σκεφτούμε τι ακριβώς θέλουμε να πούμε και τι νιώθουμε για το συγκεκριμένο θέμα. Έχει σημασία πως επηρεάζεται η ψυχολογική μας κατάσταση όταν θα μιλούμε για το συγκεκριμένο θέμα.
•       Πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι για το τι θέλουμε να πούμε.
•       Το μήνυμα μας πρέπει να μεταβιβαστεί με τρόπο τέτοιο που ο άλλος να το ακούσει καθαρά και να το κατανοήσει καλά.
•       Είναι αναγκαίο να μιλήσουμε για το τι θέλουμε, τι χρειαζόμαστε και το πώς νιώθουμε.



Η γλώσσα του σώματος Όταν επικοινωνούμε με ένα άλλο άτομο, μπορούμε να μεταδίδουμε πολλάμηνύματα χωρίς όμως να μιλούμε. Η γλώσσα του σώματος είναι τα μηνύματαεκείνα που μεταδίδονται όχι από την ομιλία μας αλλά από τη γενικότερη στάσημας. Η θέση του σώματος, η έκφραση του προσώπου, οι κινήσεις των χεριών, ητοποθέτηση των ποδιών μεταφέρουν κάποια μη προφορικά μηνύματα. Παράλληλαο τόνος της φωνής μας παίζει το δικό του ρόλο στη διαδικασία της επικοινωνίας.Εάν αυτά που αισθανόμαστε δεν ταιριάζουν με αυτά που λέμε, είναι πολύ πιθανόντα μη προφορικά μηνύματα (η γλώσσα του σώματος), να μην ταιριάζουν με ταμηνύματα που μεταβιβάζονται από την ομιλία. Σε τέτοιες περιπτώσεις πολύσυχνά είναι τα μη προφορικά μηνύματα που υπερισχύουν και γίνονται αποδεκτά.Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να προσέχουμε ούτως ώστε αυτά που λέμε ναταιριάζουν με αυτά που μεταδίδει το σώμα μας. 


Η τέχνη του να ακούμε τους άλλους
 Το να ακούμε τους άλλους προσεκτικά αποτελεί μια καίρια συνιστώσα της αποτελεσματικής επικοινωνίας. Ένας πολύ καλός ακροατής, ενθαρρύνει τον άλλον να μιλάει ανοιχτά και ειλικρινά.                      
        
Προτάσεις για να γίνουμε καλύτεροι ακροατές.
•       Διατηρείτε μια άνετη οπτική επαφή με τον συνομιλητή μας.
•       Κλίνουμε ελαφρά προς τον συνομιλητή μας και οι κινήσεις μας να δείχνουν ενδιαφέρον και προσοχή.
•       Διατηρούμε μια ‘ανοιχτή’ στάση σώματος. Αυτό είναι μια στάση άνετη, με τα χέρια και τα πόδια να μην είναι σταυρωμένα.•       Δείχνουμε ειλικρινές ενδιαφέρον και προσοχή.
•       Κάνουμε κάποιες ερωτήσεις στο συνομιλητή μας για να σιγουρευτούμε ότι καταλάβαμε καλά.  



Βελτίωση της ποιότητας της επικοινωνίας μας με τους άλλους.•       Η ικανότητα του να έχουμε μια ξεκάθαρη, ανοιχτή, καλή και αποτελεσματική επικοινωνία με τους άλλους είναι κάτι που μπορούμε να μάθουμε και να αποκτήσουμε.
•       Εάν αντιληφθούμε ότι στις σχέσεις μας με κάποιο άτομο κάτι δεν πάει καλά, είναι χρήσιμο να εξετάσουμε ποια είναι τα επίμαχα σημεία που δημιουργούν δυσκολίες. Πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσο τα μηνύματα περνούν σωστά από τον έναν στον άλλον.
•       Βλέπουμε κατευθείαν στο πρόσωπο τον συνομιλητή μας. Δεν καθόμαστε ή στεκόμαστε με τέτοιο τρόπο που να τον βλέπουμε από το πλευρό μας.
•       Αποφεύγουμε κινήσεις που περισπούν την προσοχή, όπως για παράδειγμα να παίζουμε νευρικά το στυλό μας στα δάχτυλα, να κοιτάζουμε σε χαρτιά ή να χτυπάμε τα πόδια μας ή τα χέρια μας.
•       Να συνειδητοποιήσουμε ότι ενοχλήσεις όπως θόρυβοι, διακοπές από τηλέφωνα και άλλες, κάνουν μια αποτελεσματική επικοινωνία δύσκολο να επιτευχθεί.
Στην συνέχεια είναι καλά να δούμε ποια είναι τα πράγματα εκείνα που μαςπροκαλούν απογοήτευση ή και πόνο. Μήπως υπάρχουν και άλλα θέματα για ταοποία θα θέλαμε να μιλήσουμε αλλά κάτι μας σταματάει να το κάνουμε?Πρέπει να διερωτηθούμε κατά πόσο θα θέλαμε να αλλάξει ο τρόπος με τονοποίο επικοινωνούμε με το συγκεκριμένο άτομο.Είναι ακόμη καλύτερα εάν τους προβληματισμούς αυτούς τους μοιραστούμε με το άτομο για το οποίο νιώθουμε ότι υπάρχει πρόβλημα. Η ανάλυση των παραγόντων αυτών μπορεί να βοηθήσει τα μηνύματα να μεταβιβάζονται καλύτερα και κατά συνέπεια η σχέση να βελτιωθεί.Σίγουρα στην αρχή μια τέτοια προσέγγιση πιθανόν να μην είναι εύκολη. Όμως έχει τη δυνατότητα να ανοίξει νέες διόδους μεταφοράς μηνυμάτων και να προσθέσει νέα θετικά στοιχεία σε μια σχέση που ίσως υποφέρει λόγω έλλειψης αποτελεσματικής επικοινωνίας.Ορισμένα θέματα είναι δύσκολο να προσεγγιστούν και για πολλούς από εμάς να είναι δυσάρεστο να αρχίσουμε μια σχετική συνομιλία. Υπάρχουν μάλιστα πολλοί άνθρωποι που δυσκολεύονται στο να εκφράσουν  τα αισθήματά τους.Είναι όμως σημαντικό να τονίσουμε ότι συχνά είναι τα πράγματα ή οι καταστάσεις για τις οποίες δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε που προκαλούν τον περισσότερο πόνο και την αναστάτωση.
Φαίνεται λοιπόν ότι είναι χρήσιμο και ωφέλιμο για όλους στις σχέσεις μας νααναγνωρίσουμε τα αδύνατα σημεία και να ενεργήσουμε γρήγορα για να μηνεδραιωθούν καταστάσεις που πιθανόν να οδηγήσουν σε δυσάρεστεςεξελίξεις.Εάν από μόνοι μας νιώθουμε ότι δεν μπορούμε να ανταπεξέλθουμε και εάν απότο περιβάλλον μας δεν έχουμε κάποιο δικό μας που να μπορεί να μας βοηθήσει,τότε είναι χρήσιμο να ζητήσουμε βοήθεια από κάποιον ειδικό.


Συμπερασματικά :Η καλή επικοινωνία έχει θεμελιώδη σημασία για την ποιότητα των σχέσεων μας με τους συνανθρώπους μας.

Μπορούμε να αναγνωρίσουμε τα αδύνατά μας σημεία και να εργαστούμε για μια πιο αποτελεσματική επικοινωνία που σίγουρα θα αποβεί προς όφελος όλων.
        



ΕΠΟΧΙΑΚΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ (Seasonal Affective Disorder)


 Γ.Κουκουλάς, N. Βούρα, Ν. Δαραή, Ν. Μπενέτος, Έ. Παράσχου, Δ. Χατζηγρηγοριάδου, Γ. Κουτλουμπάση, Σ, Μέρμηγκα, Χ. Θωμοπούλου


Εισαγωγή: Η Εποχιακή Συναισθηματική Διαταραχή (ΕΣΔ) συνδέεται με την έλλειψη της σεροτονίνης, ή σύμφωνα με άλλες θεωρίες, η κύρια αιτία είναι η μελατονίνη που εκκρίνεται από την επίφυση του εγκεφάλου. Πρόκειται για διαταραχή της διάθεσης με τυπικά εποχιακή κατανομή. Οι ασθενείς που πάσχουν από την ΕΣΔ τείνουν να εμφανίζουν τη διαταραχή κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών, οπότε και υπάρχει μικρότερη ηλιοφάνεια κατά τη διάρκεια της μέρας. Αναγνωρίζεται ως μια ειδική υποκατηγορία της κατάθλιψης. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι ήπιας ή μέτριας μορφής. Περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, κούραση, αδιαφορία για τις συνήθεις δραστηριότητες, κοινωνική αποξένωση, έντονη επιθυμία για κατανάλωση φαγητών πλούσιων σε υδατάνθρακες και πρόσληψη βάρους. Συχνά, τα συμπτώματα υποχωρούν όταν φτάνει άνοιξη και η διαταραχή παραμένει σε ύφεση τους καλοκαιρινούς μήνες. Υπολογίζεται ότι το 10%-20% του πληθυσμού υποφέρουν από ήπιες μορφές της ΕΣΔ. Στις γυναίκες η πάθηση είναι σημαντικά συχνότερη. Το 70%-80% των περιπτώσεων συμβαίνουν σε γυναίκες, δηλαδή για κάθε 4 γυναίκες, μόνο ένας άνδρας πάσχει από την κατάθλιψη αυτή. Έχει επίσης παρατηρηθεί ότι άτομα που δουλεύουν για πολλές ώρες σε γραφεία ή διαμένουν σε κτίρια με λίγα παράθυρα είναι δυνατόν να βιώσουν τέτοια συμπτώματα.

Σκοπός: Αναφορές περιστατικών με ΕΣΔ που προσήλθαν στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ) Κατερίνης, το 2009.

Υλικό: Τα αρχεία του ΚΨΥ το 2009.

Μέθοδος/Αποτελέσματα: Το 2009, 280 (8,5%) των περιστατικών που προσήλθαν στο ΚΨΥ διαγνώστηκαν με κατάθλιψη (48 άνδρες/232 γυναίκες). 96 (34,28%) ήταν νέα περιστατικά (22 άνδρες/74 γυναίκες) επιζητώντας υποστήριξη την περίοδο φθινόπωρο-άνοιξη, παραπονούμενοι για διαταραχές διάθεσης, καθώς το φυσικό φως της ημέρας άρχισε να φθίνει. Το Σεπτέμβριο: 72 περιπτώσεις κατάθλιψης αναφέρθηκαν (63 γυναίκες/9 άνδρες). Το Δεκέμβριο: 92 (73/19 γυναίκες/άνδρες).
Σημαντικός ήταν ο αριθμός των παραπομπών το Μάρτιο: 84 (71 γυναίκες/93 άνδρες). Περισσότερο από ¾ των πελατών ήταν γυναίκες, κυρίως στα 40 τους, κάτι που συμφωνεί με τη διεθνή βιβλιογραφία.  Η τυπική κατάθλιψη περιλαμβάνει μειωμένο ύπνο, όρεξη και συχνά απώλεια βάρους. Η πλειοψηφία των περιστατικών αυτών του ΚΨΥ, παραπονέθηκε για έλλειψη ενέργειας, δυσκολία στη συγκέντρωση, κόπωση, δυσκολία κατά την πρωινή αφύπνιση, πρωινή αδιαθεσία, αυξημένο αίσθημα απομόνωσης, αυξημένη ανάγκη για ύπνο καθώς επίσης και για φαγητό, με μια συγκεκριμένη ανάγκη για υδατάνθρακες, οι οποίοι αυξάνουν τη σεροτονίνη, οδηγώντας όμως και σε αύξηση του βάρους. Επίσης, ανέφεραν έκπτωση στις διαπροσωπικές τους σχέσεις και την εργασιακή τους παραγωγικότητα. Αυτές οι εποχιακές διαταραχές ξεπερνούσαν σε αριθμό οποιαδήποτε άλλα καταθλιπτικά επεισόδια είχε εκδηλώσει ο κάθε ασθενής στη διάρκεια της ζωής του.  1/3 έλαβαν αντικαταθλιπτική  φαρμακευτική αγωγή, ενώ η Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) εφαρμόστηκε στο σύνολό τους. Παρόλο που η φωτοθεραπεία είναι η προτεινόμενη θεραπεία, δεν υπάρχουν τα μέσα να εφαρμοστεί στο ΚΨΥ.

Συμπέρασμα: Παρόλο που η ΕΣΔ είναι κυρίαρχη στις βόρειες, σκανδιναβικές χώρες, οι ασθενείς στο ΚΨΥ φέρεται να ακολουθούν το μοντέλο της ΕΣΔ με έναρξη καταθλιπτικών συμπτωμάτων το φθινόπωρο, διατήρηση τους κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών και υποχώρηση τους την περίοδο της άνοιξης σύμφωνα με τις διεθνείς βιβλιογραφικές αναφορές.