Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ν.Βούρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ν.Βούρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΕΧΕΙ ΤΟ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΣΕ ΚΛΙΝΙΚΗ ΟΞΕΩΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ.

Βούρα Ν., Παπανικολάου K., Γιανγκιτσέρης M, Στίγγα M, Πιτσιάβα Ο., Ιωάννου Θ., Μουρατίδης Α., Αγγελίδης Γ.Φ.

Κλινική Οξέων Ψυχιατρικών Περιστατικών
Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Πέτρας Ολύμπου (ΨΝΠΟ)

Σκοπός:να καταδείξει την ικανοποίηση των ασθενών από το νοσηλευτικό προσωπικό της Κλινικής Οξέων Ψυχιατρικών Περιστατικών (ΚΟΨΠ) του ΨΝΠΟ.

Υλικό/ Μέθοδος: Το ερωτηματολόγιο SERVQUAL (ServiceQualityQuestionnaire) συμπληρώθηκε ανώνυμα από κάθε ασθενή που πήρε εξιτήριο από την ΚΟΨΠ την περίοδο Ιανουάριος-Μάιος 2010. Το μοντέλο αυτό αναπτύχθηκε από τους Zeithaml,Parasuraman και Berry(1985).Αναφέρεται σε πέντε διαστάσεις ποιότητας: Απτή διάσταση(tangibles), Αξιοπιστία(reliability),Ανταπόκριση(responsiveness),Εγγύηση(assurance) και Κατανόηση(empathy).
Οι παράγοντες που διερευνήθηκαν σε σχέση με την ικανοποίηση των ασθενών ήταν: ηλικία, φύλο,εκπαιδευτικό επίπεδο,διάρκεια νοσηλείας,μορφή εισαγωγής(ακούσια/εκούσια), διάγνωση.
Χορηγήθηκαν 107 ερωτηματολόγια (78 άνδρες/29 γυναίκες). 77 εισαγωγές ήταν ακούσιες.
Η ανάλυση των δεδομένων έγινε με το στατιστικό πακέτο SPSS.

Αποτελέσματα: Ο συντελεστής συσχέτισης ήταν r=0.207 και αξιοπιστίας >0,6 (έγκυρα και αξιόπιστα ερωτηματολόγια). Επίσης, ο συντελεστής Cronbach α=0,843.
Αρκετές στατιστικές διαφορές διαπιστώθηκαν μεταξύ των κοινωνικο-δημογραφικών χαρακτηριστικών(p<0,5).
Η αξιοπιστία προέβλεψε συνολική ικανοποίηση από τη νοσηλευτική φροντίδα (p<0,005), καθώς επίσης και η κατανόηση.
* Οι απόφοιτοι πανεπιστημίου εμφανίστηκαν λιγότερο ικανοποιημένοι από την ανταπόκριση.
* Οι γυναίκες ήταν αρκετά δυσαρεστημένες από την απτή διάσταση και την ανταπόκριση.
* Η απτή διάσταση ήταν σημαντικά χαμηλότερη στην ηλικιακή ομάδα 25-34 ενώ οι αξιοπιστία, ανταπόκριση και εγγύηση ήταν εξαιρετικά υψηλές στις ηλικίες 55-64.
* Οι ασθενείς με κατάχρηση/εξάρτηση από ουσίες ήταν οι λιγότερο ικανοποιημένοι, με χαμηλές βαθμολογίες σε απτή διάσταση, ανταπόκριση και εγγύηση.
* Καμιά διαφορά δεν καταγράφτηκε σε συνάρτηση με τον τύπο εισαγωγής.

Συμπεράσματα: Γενικότερα, σημειώθηκε μεγάλη ικανοποίηση από τη νοσηλευτική φροντίδα,αλλά λιγότερη από το περιβάλλον. Η ικανοποίηση των ασθενών είναι σημαντική ένδειξη της ποιότητας και αποτελεί εργαλείο για την ανάπτυξη νέων υπηρεσιών, την κάλυψη των αναγκών των ασθενών και τη βελτίωση των νοσηλευτικών παρεμβάσεων.



ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΒΩΒΟΤΗΤΑ: ΣΥΓΚΡΙΝΟΝΤΑΣ ΔΥΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ 6ΧΡΟΝΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ.

Βούρα Νότα

Εισαγωγή: πρόκειται για την μόνιμη αποτυχία του παιδιού να μιλήσει σε ειδικές κοινωνικές περιστάσεις (πχ στο σχολείο), ενώ μιλά σε άλλες, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζονται η σχολική εκπαίδευση, η απασχόληση ή η κοινωνική επικοινωνία.

Σκοπός: η παρουσίαση διαφορετικών θεραπευτικών προσεγγίσεων: Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία (ΓΣΘ)/ΓΣΘ σε συνδυασμό με φαρμακευτική αγωγή.

Υλικό/Μέθοδος: το υλικό προέρχεται από τα αρχεία του Ιατροπαιδαγωγικού Τμήματας (ΙΠ) του ΚΨΥ Κατερίνης.

Συζήτηση/Αποτελέσματα: Δυο 6χρονα παιδιά επισκέφθηκαν το ΙΠ του ΚΨΥ Κατερίνης. Και τα δυο παρουσίαζαν απροθυμία να μιλήσουν στο σχολείο ενώ η ενασχόλησή τους με άλλες δραστηριότητες ποικίλει.
Παρόλο που και τα δυο ξεκίνησαν θεραπεία με ΓΣΘ, η σοβαρότητα και επιμονή των συμπτωμάτων του ενός οδήγησαν στη χορήγηση φλουοξετίνης επί προσθέτως της ΓΣΘ. Η φλουοξετίνη ξεκίνησε στα 4mg/μέρα με σταδιακή αύξηση στα 20mg/μέρα.
Δυο χρόνια μετά, και οι δυο περιπτώσεις επέδειξαν σημαντική βελτίωση. Στην πρώτη περίπτωση με αντιμετώπιση μόνο με ΓΣΘ, το παιδί άρχισε να μιλά στο σχολείο, κυρίως όταν του ζητιότανε, και φαίνεται πρόθυμο και πιο άνετο στην αλληλεπίδραση  με τους ξένους. Στην δεύτερη περίπτωση, διαφαίνονταν σημάδια προόδου, ιδιαίτερα μετά τη χορήγηση φλουοξετίνης. Το παιδί αλληλεπιδρά με αγνώστους, επικοινωνεί με τα παιδιά εκτός όμως του σχολικού περιβάλλοντος και εμφανίζεται σε καλύτερη διάθεση. Παρά τη βελτίωση, το παιδί ακόμη δεν μιλά στο σχολείο.

Συμπέρασμα: Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, περιπτώσεις επιλεκτικής βωβότητας ανταποκρίνονται σε ποικίλες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Παρόλο που η ΓΣΘ  αποδεικνύεται αρκετά αποτελεσματική, ο συνδυασμός της με τη χορήγηση φλουοξετίνης ενισχύει την αντιμετώπιση της επιλεκτικής βωβότητας.


Συμμετοχή του Ιατροπαιδαγωγικού Τμήματος του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Κατερίνης σε δράσεις Ευαισθητοποίησης – Προληπτικής Παρέμβασης σε σχολεία.

Νότα Βούρα, Ελεάνα Καρυωτάκη, Αλέξανδρος Ζουλούμης

Εισαγωγή: Το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων με σκοπό τη διαμόρφωση ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων, την ανάπτυξη δεξιοτήτων, την προαγωγή της υγείας και την αναβάθμιση της ποιότητας της ζωής των μαθητών και της σχολικής κοινότητας υλοποίησε  το πρόγραμμα ‘Κοινωνικό Σχολείο”.
Μέθοδος: Το υλικό προήλθε από τη συνεργασία με τη ΔΔΕ Πιερίας.
Συζήτηση/Συμπεράσματα: Το ‘Κοινωνικό Σχολείο” περιλάμβανε δέσμη δράσεων και εκδηλώσεων, οι οποίες εντάχθηκαν στο σύνολο του σχολικού προγράμματος, και απευθύνονταν σε ολόκληρη τη σχολική κοινότητα, μη αποτελώντας μεμονωμένες προσπάθειες. Για το σκοπό αυτό το ΙΠ σε συνεργασία με τον Συμβουλευτικό Σταθμό Νέων Πιερίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης συμμετείχε στην υλοποίηση του προγράμματος σε πέντε σχολεία της περιοχής: Μουσικό Σχολείο Κατερίνης, 1ο Γυμνάσιο (2 τμήματα), 2ο ΕΠΑΛ, 3ο ΓΕΛ και Γυμνάσιο Κορινού. Ο σκοπός του προγράμματος ήτανε διττός: για τους μαθητές, η ευαισθητοποίηση των εφήβων μαθητών σε θέματα που αφορούν την ηλικία τους, την αναγνώριση όσων συμβαίνουν στην ηλικία τους και την αυτογνωσία, καθώς και την πρόληψη επικίνδυνων συμπεριφορών, και για τους εκπαιδευτικούς, η επιμόρφωσή τους στην παιδαγωγική – διδακτική διαχείριση ψυχοκοινωνικών θεμάτων. Οι θεματικές ενότητες στις οποίες συμμετείχε το ΙΠ αφορούσαν ‘Κρίση εφηβείας και οικονομική κρίση. Πρόληψη εξαρτησιογόνων ουσιών” και ‘Κάπνισμα-εξαρτησιογόνες ουσίες-εξάρτηση από το διαδίκτυο’. Μέσα από την αλληλεπίδραση αυτή, όπου αναδείχθηκαν και συζητήθηκαν ερωτήματα και απορίες μαθητών αλλά και εκπαιδευτικών, με μεγάλη και ενεργό συμμετοχικότητα των νεαρών μαθητών διαπιστώθηκαν οι ακόμη εντονότερες ανάγκες για συνεργασία των υπηρεσιών ψυχικής υγείας με τις Σχολικές Μονάδες, η ανάγκη για προσιτότητα και προσβασιμότητα των μαθητών στους επαγγελματίες ψυχικής υγείας.

Εκπαίδευση προπτυχιακών φοιτητών ψυχολογίας και μεταπτυχιακών φοιτητών στο Ιατροπαιδαγωγικό Τμήμα του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Κατερίνης.

Νότα Βούρα

Εισαγωγή: Το Ιατροπαιδαγωγικό Τμήμα του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Κατερίνης στις δραστηριότητες του συμπεριλαμβάνει και την εκπαίδευση (πρακτική άσκηση) προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών ψυχολογίας, δημόσιων και ιδιωτικών πανεπιστημίων της Ελλάδας και του Εξωτερικού. Ενδεικτικά, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Τμήμα Ιατρικής/Τομέας Ψυχιατρικής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Σχολή Ανθρωπιστικών & Κοινωνικών Επιστημών/Παιδαγωγικό Τμήμα Ειδικής Αγωγής, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας,Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, Κοινωνικών Επιστημών και Νομικής/Τμήμα Κοινωνικών Επιστημών.
Μέθοδος: Το υλικό προήλθε από τα αρχεία του Ιατροπαιδαγωγικού Τμήματος ΚΨΥ Κατερίνης.
Συζήτηση/Συμπεράσματα: Οι φοιτητές στο πλαίσιο της πρακτικής τους άσκησης έχουν τη δυνατότητα παρακολούθησης/συμμετοχής σε διαγνωστικές συνεντεύξεις, ατομικές ψυχοθεραπείες, συνεδρίες θεραπείας οικογένειας, συμβουλευτικές παρεμβάσεις, χρήση ψυχομετρικών tests, τεχνικές ψυχολογικής διερεύνησης και θεραπευτικής παρέμβασης, τεχνικές ψυχοκοινωνικής στήριξης ατόμων. Μπορούν ακόμη να συμμετέχουν σε προγράμματα διασυνδετικής εργασίας του Κ.Ψ.Υ. με άλλους φορείς και υπηρεσίες της Πιερίας, όπως με την Υπηρεσία Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας Πιερίας, τα γραφεία της Α’ και Β’ βάθμιας Εκπαίδευσης Πιερίας, προγράμματα ενημέρωσης – ευαισθητοποίηση της Κοινότητας και αγωγή του πληθυσμού σε θέματα ψυχικής υγείας, και άλλα.
Κατά τη συνεργασία αυτή οι φοιτητές έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τη λειτουργία της Θεραπευτικής Ομάδας του ΙΠ, να αποκτήσουν τις αναγκαίες δεξιότητες και εμπειρία υπό την εποπτεία της ψυχολόγου και γενικά, να βελτιώσουν την επαγγελματική τους επάρκεια και ετοιμότητα.

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΝΘΟΥΣ ΣΕ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ

N. Βούρα, Γ. Κουκουλάς, Ν. Δαραή, Ν. Μπενέτος, Δ. Χατζηγρηγοριάδου, Χ. Θωμοπούλου, Σ. Μέρμηγκα, Γ. Κουτλουμπάση, Έ. Παράσχου

Σκοπός: Η παρουσίαση των διαφορών στη διαδικασία πένθους ανάμεσα στα παιδιά που θρηνούν για το γονιό που πέθανε και στους ενήλικες που πενθούν το χαμό του συντρόφου της.

 Μέθοδος:  Ημιδομημένες κλινικές συνεντεύξεις χορηγήθηκαν σε 10 ενήλικες και 10 παιδιά που απευθύνθηκαν στις υπηρεσίες του ΨΝΠΟ, ώστε να εκτιμηθούν οι αντιδράσεις τους και η διαδικασία πένθους τους,
 

Συζήτηση: Δυο από τα παιδιά είχαν έντονα ξεσπάσματα κλάματος κατά τη διάρκεια των συνεδριών. Η συμπεριφορά τους ήταν ίδια και στο σπίτι. οχτώ έπαιξαν το ρόλο του ‘υποστηρικτικού ενήλικα’ στο γονιό που θρηνούσε, μην επιτρέποντας στον εαυτό τους να εκφράσει τα συναισθήματα θυμού, θλίψης, ενοχής, αλλά και τους φόβους τους. Δεν επιζήτησαν υποστήριξη μήπως και επιβαρύνουν την υπόλοιπη οικογένεια. Οι γονείς παρατήρησαν αλλαγές στις συνήθειες ύπνου, διατροφής και συμπεριφοράς των παιδιών τους.
Ένα παιδί δεν ήταν πλήρως ενημερωμένο για το ‘χαμό’, και δεν είχε επίγνωση του τι είχε συμβεί στο γονιό του.Όσο για τους ενήλικες, οχτώ ζήτησαν και έλαβαν ιατρική υποστήριξη και φαρμακευτική αγωγή, ενώ δυο άρχισαν την κατανάλωση αλκοόλ ελπίζοντας στην ανακούφισή τους. Έξι απέφευγαν τις συζητήσεις με τα παιδιά τους και το συναισθηματικό ‘μοίρασμα’, ενώ τρεις ανέφεραν αδυναμία να συνεχίσουν με τη ζωή τους.Τα παιδιά 2-5 ετών απαιτούν επαναλαμβανόμενες εξηγήσεις του τι έχει συμβεί. Μεγαλύτερα παιδιά, στην ηλικιακή ομάδα 5-8 ετών, χρειάζονται τη δυνατότητα έκφρασης ερωτήσεων/αποριών και την επεξεργασία των πληροφοριών που θα επιτρέψουν στην καλύτερη προσαρμογή τους στην νέα κατάσταση. Είναι επίσης πιθανό να δείξουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον και στις τελετουργίες πένθους.Αυξανόμενη συνειδητοποίηση της έννοιας του θανάτου, φόβο και ανασφάλεια που προκαλεί η ιδέα του είναι περισσότερο εμφανή στα παιδιά ηλικίας 8-12 ετών. Χρειάζονται να γνωρίζουν λεπτομέρειες και επιζητούν απαντήσεις σε πιο συγκεκριμένα ερωτήματα. Σ’ αυτήν την ηλικιακή ομάδα είναι συχνό να αναλαμβάνουν το ρόλο του ‘υποστηρικτικού ενήλικα’. Οι έφηβοι βρίσκουν πιο εύκολο να συζητήσουν τα συναισθήματά τους με ένα φίλο ή κάποιον ενήλικα εκτός του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος, παρόλο που η απώλεια αυξάνει τις ανησυχίες τους για το μέλλον και αναρωτιόνται για το νόημα της ζωής, με πιθανότητες εμφάνισης κατάθλιψης. Μπορεί να δυσκολεύονται να συμβιβαστούν με την ιδέα του θανάτου υιοθετώντας ακραίες συμπεριφορές.Οι ενήλικες που έχουν πλήρη επίγνωση των συνθηκών θανάτου και των συναισθημάτων του αγαπημένου τους πριν το τέλος, θα πρέπει να μοιράζονται τις εμπειρίες αυτές με όσους δεν μπορούσαν να είναι παρόντες. Θα πρέπει να παρέχουν ουσιαστικές λεπτομέρειες του θανάτου σε όλα τα μέλη της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών. Τα παιδιά που δεν έχουν προσωπική γνώση της κατάστασης ή δεν ήταν παρόντα κατά την απώλεια θα πρέπει να ενθαρρύνονται σε ανοιχτή επικοινωνία και να ρωτούν λεπτομέρειες. Σε οικογένειες που τα μέλη τους δεν μοιράζονται τα γεγονότα της απώλειας και δεν εκφράζουν συναισθήματα και σκέψεις, η καταπίεσή τους μπορεί να οδηγήσει σε συμπτωματικές συμπεριφορές, όπως έκπτωση της λειτουργικότητας, αλκοολισμό, κατάχρηση ουσιών, εκδραματίσεις, ή ακόμη και σωματικές ασθένειες. 

Συμπέρασμα: Τα παιδιά θρηνούν με διαφορετικό τρόπο από τους ενήλικες. Η θλίψη τους μπορεί να μην είναι εύκολα ανιχνεύσιμη. Η κατάλληλη ενημέρωση του παιδιού, η ενθάρρυνση έκφρασης των συναισθημάτων του, οι ‘ζωντανές’ αναμνήσεις του αποθανόντα γονιού και η συμμετοχή στην οικογενειακή διαδικασία πένθους (και των παιδιών, αλλά και των ενηλίκων) δεν είναι πηγές περαιτέρω άγχους και έντασης αλλά οδηγούν σε καλύτερη διεργασία του πένθους προσφέροντας ανακούφιση και παρηγοριά.


The mourning process in children and adults. Similarities – differences.
N. Voura, G. Koukoulas, N. Darai, N. Benetos, D. Chatzigrigoriadou, C. Thomopoulou, S. Mermiga, G. Koutloubasi, E. Paraschou, N. Kapsali

Introduction: When someone is bereaved, they usually experience an intense feeling of sorrow called grief. People grieve in order to accept a deep loss and carry on with their life. It is believed that if one doesn’t grieve at the time of death, or shortly after, the grief may stay bottled up inside. This can lead to emotional problems, and even physical illness later on. Everyone is different and each person grieves in his or her own way. However, some stages of grief are commonly experienced by people when they are bereaved. There is no set timescale for reaching these stages. The stages of grief aren't distinct, and there is usually some overlap between them. Feeling emotionally numb is often the first reaction to a loss. Numbness may be replaced by a deep yearning for the person who has died. Agitation, anger, difficulty in concentration, relation or sleep come next. This period of strong emotion usually gives way to bouts of intense sadness, silence and withdrawal from family and friends. Over time, the pain, sadness and depression start to lessen. The final phase of grieving is to let go of the person who has died and carry on with life, though it may not be exactly the same as it was before. Children are aware when a loved one dies and they feel the loss in much the same way as adults do. Although children go through similar stages of grief, they may progress through them more quickly. Understandably, some people try to protect children from the death and grieving process. But in fact, it's probably better to be honest with children about your own grief, and encourage them to talk about their feelings of pain and distress. Children and young people mature at different rates and their understanding and responses to bereavement are likely to be based as much on their experience of life as on their chronological age, which is another parameter to be considered.

Objective: the demonstration of differences in the grieving process between children mourning for their lost parent and adults grieving for their late spouse.

Method: Sub-structured clinical interviews were given to 10 adults and 10 children using the services of the Psychiatric Hospital of Petra Olympus to evaluate their reactions and grieving process.

Discussion: Two (2) of the evaluated children had outbursts of cries  during the sessions. This behavior was mentioned to be the same at home. Eight (8) children played the role of the ‘supportive adult’ to the grieving parent, not allowing themselves to express their feelings of anger, grief, guilt, and fears. They didn’t ask for support, in fear of becoming a burden to the rest of the family. Their parents noticed changes in sleep patterns, eating habits, and behavior. One child wasn’t well-informed about the loss and didn’t fully understand what had happened to the deceased. As for parents, eight (8) of them asked and received medical support and medication, whilst two (2) started consuming alcohol, hoping to relieve their pain through it. Six (6) of the adults  were avoiding talking to their children and sharing their feelings, whereas three (3) mentioned incapability to go on with their life.

Conclusions: Children mourn in a different way from adults. Their grief may not be easily detected. The proper way of informing the child, the encouragement to the expression of feelings, the living memories of their late parent and the participation in the family grieving process (both for children and adults) are not causes of further stress and anxiety but lead to a better way of resolving the grieving process, offering comfort and relief. Young children between the age of 2 – 5 years require repeated explanations
of what has happened. Older children of 5-8 years of age need to be given the opportunity to ask questions and to be given as much information as possible to allow them to adjust. They may be very interested in the death rituals. Increasing awareness of their own mortality and the fear and insecurity that this can cause is more apparent on children of 8-12 years old. They need to know details and may seek answers to very specific questions. Teenagers may find it easier to discuss their feelings with a sympathetic friend or adult than close family member, although death increases anxieties about the future, and may question the meaning of life and experience depression. They may be having difficulty coming to terms with their own mortality and that of those close to them and cope by refusing to contemplate the possibility of death by experimenting with risk taking behaviour. Adults who have the closest knowledge of the circumstances of the loss, and of the feelings and thoughts of the loved one in the last moments, should share that knowledge with those who couldn't be present at those moments. They should  provide the essential details of loss to all family members, including children.  Children who don't have a personal knowledge of the circumstances or were not present at the time of the loss, needn't be afraid of asking for such details.  They have to be encouraged to open communication regarding the facts and circumstances of the loss.  In families, where members do not share the loss-related facts, do not express feelings and thoughts related to loss, their emotions tend to go underground, and then resurface in the form of symptomatic behaviors such as, decline in performance, alcoholism, drug abuse, acting out behaviors, or physical illnesses.




ΜΕΤΑΤΡΑΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ (PTSD) ΣΕ 10ΧΡΟΝΟ ΑΓΟΡΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΒΙΑΙΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΟΥ

Ν. Βούρα, Ν.Δαραή,  Ν. Μπενέτος, Έ. Παράσχου, Γ. Κουκουλάς, Δ. Χατζηγρηγοριάδου,
Γ. Κουτλουμπάση, Σ. Μέρμηγκα, Χ. Θωμοπούλου


Εισαγωγή: Συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας για τη μετατραυματική διαταραχή (PTSD) στα παιδιά και παρουσίαση περιστατικού.
 

Υλικό/Μέθοδος: Ανασκόπηση της βιβλιογραφίας στο διαδίκτυο (pubmed, medline), βιβλιογραφικό υλικό και παρουσίαση περιστατικού από το Ιατροπαιδαγωγικό Τμήμα του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Κατερίνης.
 

Αποτελέσματα: Η διάγνωση PTSD αναγνωρίστηκε επίσημα ως ψυχιατρική διάγνωση το 1980, στο DSM-III. Μόνο το 1987, γίνεται αναφορά στα
‘τραυματισμένα’ παιδιά. Τα παιδιά και οι έφηβοι που είναι ευάλωτοι στην εμφάνιση του PTSD παρουσιάζουν διαφορετικά ηλικιακά χαρακτηριστικά. Το
παιδί δεν χρειάζεται να είναι το πραγματικό ‘θύμα’, αλλά μπορεί να του έχει ειπωθεί ή να είναι μάρτυρας ενός τραυματικού γεγονότος. Ο J.A.Talbott εντόπισε αρκετές σημαντικές εκδηλώσεις PTSD σε παιδιά βασιζόμενος στον τρόπο κατά τον οποίο διέφεραν οι αντιδράσεις τους από αυτές των ενηλίκων.
 

Παρουσίαση περιστατικού: Παρουσιάζεται η περίπτωση ενός 10χρονου αγοριού, του οποίου η μητέρα δολοφονήθηκε βάναυσα από τον πατέρα του
και που πληρεί τα κριτήρια PTSD για τα παιδιά σχολικής ηλικίας. Το αγόρι ενημερώθηκε για το συμβάν από τους συγγενείς του. Οι πρώτες του
αντιδράσεις ήταν να κλαίει και να ζητάει να συναντήσει τον πατέρα του. Δεν πίστευε ότι ο πατέρας του ήταν υπεύθυνος για το θάνατο της μητέρας του, αλλά ότι το έκαναν κάποιοι κλέφτες. Δυο μήνες μετά το συμβάν, του άρεσε να παίζει επανειλημμένα παιχνίδια που είχαν σχέση με ‘κυνήγι’ κλεφτών και ισχυριζόταν ότι ήθελε να γίνει αστυνομικός, ώστε να μπορεί να πιάνει κλέφτες. Δεν κοιμόταν καλά επειδή έβλεπε όνειρα με τη μητέρα του. Όταν μιλούσε για το περιστατικό, στενοχωριόταν, αγχωνόταν και εκνευριζόταν, οπότε και το απέφευγε. Ερχόταν σε επικοινωνία με τον πατέρα του μόνο όταν του το επέβαλαν. Στο σχολείο δε συμμετείχε στην τάξη, είχε προβλήματα συγκέντρωσης, και δεν μελετούσε ούτε στο σπίτι. Έγινε έναρξη Γνωστικής Συμπεριφορικής Θεραπείας, με σταδιακή έκθεση – άμεση συζήτηση του τραυματικού γεγονότος, εκμάθηση τεχνικών διαχείρισης άγχους, όπως χαλάρωση και ‘διόρθωση’ ανακριβών ή στρεβλών σκέψεων του γεγονότος. Εκτέθηκε σταδιακά και διδάχτηκε χαλάρωση ώστε να μάθει να χαλαρώνει στην ανάκληση της εμπειρίας αυτής. Μέσω αυτής της διαδικασίας έμαθε να μην φοβάται τις αναμνήσεις. Έμαθε να αντιμετωπίζει καιαπόψεις όπως «ο κόσμος όλος είναι εντελώς ανασφαλής». Η ΓΣΘ συνδυάστηκε με ψυχοεκπαίδευση και εμπλοκή της οικογένειας. Η ψυχοεκπαίδευση αναφέρεται στην εκπαίδευση στην αναγνώριση  PTSD συμπτωμάτων και των επιπτώσεών τους. Πληροφορώντας τους συγγενείς και το παιδί ποια θα ήταν τα αναμενόμενα συμπτώματα που θα ακολουθούσαν, βοήθησε στην μείωση του άγχους, την αύξηση της αίσθησης της ικανότητας και παρείχε τη βάση πάνω στην οποία οι συγγενείς και το αγόρι θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν έντονα ή παρατεταμένα συμπτώματα που τυχόν χρήζουν περαιτέρω παρέμβασης.
 

Συζήτηση/Συμπέρασμα: Παιδιά του δημοτικού μπορεί να μην βιώσουν ‘οπτικές αναβιώσεις’ ή αμνησία πλευρών του τραύματος. Βιώνουν, ωστόσο,
«αλλοιωμένη αίσθηση του χρόνου» και «διαμόρφωση οιωνών», τα οποία τυπικά δεν συναντώνται σε ενήλικες. Η ‘αλλοιωμένη αίσθηση’ του χρόνου αναφέρεται στην λανθασμένη ανάκληση της μνήμης των γεγονότων που σχετίζονται με το τραύμα. Η «διαμόρφωση οιωνών» είναι η πεποίθηση ότι υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια που προέβλεπαν το τραυματικό γεγονός. Ως αποτέλεσμα, τα 10χρονα πιστεύουν ότι αν είναι σε εγρήγορση, θα μπορέσουν να αναγνωρίσουν προειδοποιητικά σημάδια και να αποφύγουν στο μέλλον τραυματικά γεγονότα. Τα παιδιά σχολικής ηλικίας εμφανίζουν επίσης μετατραυματικό παιχνίδι ή αναπαράσταση  του τραυματικού γεγονότος στο παιχνίδι, τη ζωγραφική ή στη λεκτική έκφραση. Το μετατραυματικό παιχνίδι είναι διαφορετικό από την αναπαράσταση, στο ότι το παιχνίδι αποτελεί κυριολεκτική αναπαράσταση, συμπεριλαμβάνει ‘πιεστική επανάληψη’ ορισμένων πλευρών του τραύματος και συνήθως δεν ανακουφίζει από το άγχος. Τα παιδιά συχνά δεν εμφανίζουν όλα τα συμπτώματα των ενηλίκων όπως ανημπόρια ή απόσυρση, καθώς απουσιάζουν οι λεκτικές ικανότητες για να τα εκφράσουν. Μπορεί επίσης να εμφανίσουν εναλλαγή ανάμεσα σε υπερδραστηριότητα, ανημπόρια/απόσυρση. Το 10χρονο αγόρι παρουσίασε τα εναλλακτικά PTSD κριτήρια για παιδιά (που δεν προϋποθέτουν το παιδί να αναφέρει φόβο/ανημπόρια/τρόμο σε σχέση με το συμβάν) όπως προτάθηκε από τον Scheeringa. Γενικά, το παιδί βίωσε ‘time skew’ (λανθασμένη αλληλουχία των σχετικά με το τραύμα γεγονότων σε ανάμνησή του) και ‘διαμόρφωση οιωνών’ (πίστη ότι υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια που προέβλεπαν το γεγονός), τα οποία δεν είναι τυπικά στους ενήλικες.
Παρόλο που υπάρχουν λίγες μελέτες για τη θεραπεία του PTSD στα παιδιά, η Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία αποδεικνύεται να είναι η πιο αποτελεσματική προσέγγιση, με τεχνικές διαχείρισης άγχους, εκπαίδευση και αποκατάσταση εσφαλμένων ή στρεβλών σκέψεων σχετικά με το ‘τραύμα’.


Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

ΕΠΟΧΙΑΚΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ (Seasonal Affective Disorder)


 Γ.Κουκουλάς, N. Βούρα, Ν. Δαραή, Ν. Μπενέτος, Έ. Παράσχου, Δ. Χατζηγρηγοριάδου, Γ. Κουτλουμπάση, Σ, Μέρμηγκα, Χ. Θωμοπούλου


Εισαγωγή: Η Εποχιακή Συναισθηματική Διαταραχή (ΕΣΔ) συνδέεται με την έλλειψη της σεροτονίνης, ή σύμφωνα με άλλες θεωρίες, η κύρια αιτία είναι η μελατονίνη που εκκρίνεται από την επίφυση του εγκεφάλου. Πρόκειται για διαταραχή της διάθεσης με τυπικά εποχιακή κατανομή. Οι ασθενείς που πάσχουν από την ΕΣΔ τείνουν να εμφανίζουν τη διαταραχή κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών, οπότε και υπάρχει μικρότερη ηλιοφάνεια κατά τη διάρκεια της μέρας. Αναγνωρίζεται ως μια ειδική υποκατηγορία της κατάθλιψης. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι ήπιας ή μέτριας μορφής. Περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, κούραση, αδιαφορία για τις συνήθεις δραστηριότητες, κοινωνική αποξένωση, έντονη επιθυμία για κατανάλωση φαγητών πλούσιων σε υδατάνθρακες και πρόσληψη βάρους. Συχνά, τα συμπτώματα υποχωρούν όταν φτάνει άνοιξη και η διαταραχή παραμένει σε ύφεση τους καλοκαιρινούς μήνες. Υπολογίζεται ότι το 10%-20% του πληθυσμού υποφέρουν από ήπιες μορφές της ΕΣΔ. Στις γυναίκες η πάθηση είναι σημαντικά συχνότερη. Το 70%-80% των περιπτώσεων συμβαίνουν σε γυναίκες, δηλαδή για κάθε 4 γυναίκες, μόνο ένας άνδρας πάσχει από την κατάθλιψη αυτή. Έχει επίσης παρατηρηθεί ότι άτομα που δουλεύουν για πολλές ώρες σε γραφεία ή διαμένουν σε κτίρια με λίγα παράθυρα είναι δυνατόν να βιώσουν τέτοια συμπτώματα.

Σκοπός: Αναφορές περιστατικών με ΕΣΔ που προσήλθαν στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ) Κατερίνης, το 2009.

Υλικό: Τα αρχεία του ΚΨΥ το 2009.

Μέθοδος/Αποτελέσματα: Το 2009, 280 (8,5%) των περιστατικών που προσήλθαν στο ΚΨΥ διαγνώστηκαν με κατάθλιψη (48 άνδρες/232 γυναίκες). 96 (34,28%) ήταν νέα περιστατικά (22 άνδρες/74 γυναίκες) επιζητώντας υποστήριξη την περίοδο φθινόπωρο-άνοιξη, παραπονούμενοι για διαταραχές διάθεσης, καθώς το φυσικό φως της ημέρας άρχισε να φθίνει. Το Σεπτέμβριο: 72 περιπτώσεις κατάθλιψης αναφέρθηκαν (63 γυναίκες/9 άνδρες). Το Δεκέμβριο: 92 (73/19 γυναίκες/άνδρες).
Σημαντικός ήταν ο αριθμός των παραπομπών το Μάρτιο: 84 (71 γυναίκες/93 άνδρες). Περισσότερο από ¾ των πελατών ήταν γυναίκες, κυρίως στα 40 τους, κάτι που συμφωνεί με τη διεθνή βιβλιογραφία.  Η τυπική κατάθλιψη περιλαμβάνει μειωμένο ύπνο, όρεξη και συχνά απώλεια βάρους. Η πλειοψηφία των περιστατικών αυτών του ΚΨΥ, παραπονέθηκε για έλλειψη ενέργειας, δυσκολία στη συγκέντρωση, κόπωση, δυσκολία κατά την πρωινή αφύπνιση, πρωινή αδιαθεσία, αυξημένο αίσθημα απομόνωσης, αυξημένη ανάγκη για ύπνο καθώς επίσης και για φαγητό, με μια συγκεκριμένη ανάγκη για υδατάνθρακες, οι οποίοι αυξάνουν τη σεροτονίνη, οδηγώντας όμως και σε αύξηση του βάρους. Επίσης, ανέφεραν έκπτωση στις διαπροσωπικές τους σχέσεις και την εργασιακή τους παραγωγικότητα. Αυτές οι εποχιακές διαταραχές ξεπερνούσαν σε αριθμό οποιαδήποτε άλλα καταθλιπτικά επεισόδια είχε εκδηλώσει ο κάθε ασθενής στη διάρκεια της ζωής του.  1/3 έλαβαν αντικαταθλιπτική  φαρμακευτική αγωγή, ενώ η Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) εφαρμόστηκε στο σύνολό τους. Παρόλο που η φωτοθεραπεία είναι η προτεινόμενη θεραπεία, δεν υπάρχουν τα μέσα να εφαρμοστεί στο ΚΨΥ.

Συμπέρασμα: Παρόλο που η ΕΣΔ είναι κυρίαρχη στις βόρειες, σκανδιναβικές χώρες, οι ασθενείς στο ΚΨΥ φέρεται να ακολουθούν το μοντέλο της ΕΣΔ με έναρξη καταθλιπτικών συμπτωμάτων το φθινόπωρο, διατήρηση τους κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών και υποχώρηση τους την περίοδο της άνοιξης σύμφωνα με τις διεθνείς βιβλιογραφικές αναφορές.